-ίνος

-ῑνος (Α)
κατάλ. ουσ. και επιθ. τής Αρχαίας Ελληνικής η οποία ανάγεται σε ΙΕ *-ino- (επαυξημένη μορφή τής *-nο-). Η κατάλ. εμφανίζεται σπάνια σε επίθετα (πρβλ. ἀγχιστ-ῑνος < ἄγχιστος), συχνότερα δε σε ουσ. και ειδικά: 1) σε ονομασίες ζώων (πρβλ. γυρ-ῑνος, ἐχ-ῑνος, ἰκτ-ῑνος, ἀθερ-ῑνος, ἐλεγ-ῑνος, ἐρυθρ-ῑνος)
2) σε κύρια ον., όπως Κρατ-ῑνος, Φιλ-ῑνος
και 3) σε εθνικά ον. που συχνά είναι λατ. προελεύσεως, διότι προήλθαν κυρίως από ονομασίες πόλεων τής Σικελίας και τής Νότιας Ιταλίας (πρβλ. Άκραγαντ-ῑνος, Ταραντ-ῑνος), απ' όπου, μετά, η κατάλ. επεκτάθηκε (πρβλ. Ἀμοργ-ῑνος).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.